Μέρος 2: Η Πτήση Προς το Παρελθόν
Το πρωινό των Χριστουγέννων ξημέρωσε λευκό.
Το χιόνι είχε καλύψει τα πάντα, ενώ ο ουρανός ήταν καθαρός, σαν να είχε αποφασίσει και η φύση να παρακολουθήσει όσα επρόκειτο να συμβούν.
Η Ελένη στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη.
Δεν ήθελε να εντυπωσιάσει κανέναν.
Δεν ένιωθε την ανάγκη να αποδείξει τίποτα.
Επέλεξε ένα εντυπωσιακό ροζ φόρεμα, κομψό αλλά διακριτικό, περισσότερο γιατί οι τέσσερις μικροί της επέμεναν πως «η μαμά πρέπει να μοιάζει με πριγκίπισσα τα Χριστούγεννα».
Χαμογέλασε.
Ήταν αδύνατο να τους χαλάσει χατίρι.
Λίγα λεπτά αργότερα κατέβηκε στο σαλόνι.
Οι τέσσερις μικροί την περίμεναν ήδη.
Ο Νώε και ο Ίθαν φορούσαν ασορτί ροζ κοστούμια με μικρά παπιγιόν.
Η Σοφία και η Ολίβια φορούσαν υπέροχα φορέματα με λευκά γούνινα παλτό, κρατώντας μικρές τσάντες που τους είχε χαρίσει η γιαγιά τους.
«Μαμά!» φώναξε ο Νώε.
«Είμαστε όμορφοι;»
Η Ελένη γονάτισε μπροστά τους.
«Είστε οι πιο όμορφοι άνθρωποι στον κόσμο.»
Η Σοφία την κοίταξε με περιέργεια.
«Θα γνωρίσουμε σήμερα τον παππού και τη γιαγιά;»
Η Ελένη δίστασε.
Δεν ήθελε να τους πει ψέματα.
«Ίσως…»
«Και τον μπαμπά μας;» ρώτησε χαμηλόφωνα η Ολίβια.
Η ερώτηση πάγωσε την ατμόσφαιρα.
Κανένα από τα παιδιά δεν είχε γνωρίσει ποτέ τον πατέρα του.
Ήξεραν μόνο πως κάποτε έφυγε πριν γεννηθούν.
Δεν τους είχε γεμίσει το μυαλό με μίσος.
Δεν τους είπε ποτέ ότι τους εγκατέλειψε.
Τους έλεγε μόνο πως μερικοί άνθρωποι χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να καταλάβουν τι πραγματικά έχασαν.
Η Ελένη χάιδεψε απαλά τα μαλλιά της μικρής.
«Σήμερα ίσως πάρουμε κάποιες απαντήσεις.»
Τα παιδιά χαμογέλασαν χωρίς να καταλαβαίνουν πόσο σημαντική ήταν εκείνη η μέρα.
Λίγη ώρα αργότερα, το ιδιωτικό ελικόπτερο απογειώθηκε.
Καθώς ανέβαιναν πάνω από τα χιονισμένα βουνά, τα παιδιά κολλούσαν τα πρόσωπά τους στα παράθυρα.
«Κοιτάξτε!» φώναξε ο Ίθαν.
«Όλα μοιάζουν σαν παιχνίδι!»
Η Σοφία έδειχνε τα μικρά χωριά που περνούσαν από κάτω.
«Θα μένει εκεί η γιαγιά;»
Η Ελένη χαμογελούσε συνεχώς.
Ήταν η πρώτη φορά μετά από χρόνια που ένιωθε πραγματικά ήρεμη.
Δεν πήγαινε για εκδίκηση.
Δεν πήγαινε να καταστρέψει τα Χριστούγεννα κανενός.
Πήγαινε μόνο για έναν λόγο.
Τα παιδιά της άξιζαν να γνωρίσουν την αλήθεια.
Και η οικογένεια του Ντάνιελ άξιζε να μάθει πως είχε στερηθεί οκτώ ολόκληρα χρόνια από τις ζωές τεσσάρων υπέροχων εγγονιών.
Μετά από περίπου μία ώρα πτήσης, ο πιλότος μίλησε από το μεγάφωνο.
«Κυρία Ελένη, σε πέντε λεπτά προσγειωνόμαστε.»
Τα παιδιά χειροκρότησαν γεμάτα ενθουσιασμό.
Όταν το ελικόπτερο άρχισε να κατεβαίνει, εμφανίστηκε μπροστά τους μια τεράστια έπαυλη στολισμένη με χιλιάδες λαμπάκια.
Ένα τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο δέσποζε στην αυλή.
Από τα παράθυρα ακουγόταν μουσική και γέλια.
Μια μεγάλη οικογενειακή γιορτή είχε ήδη ξεκινήσει.
Το ελικόπτερο προσγειώθηκε απαλά στο χιονισμένο γκαζόν.
Η πόρτα άνοιξε.
Η Ελένη κατέβηκε πρώτη.
Πήρε μια βαθιά ανάσα.
Έπειτα άπλωσε το χέρι της.
Πρώτος κατέβηκε ο Νώε.
Μετά ο Ίθαν.
Ύστερα η Σοφία.
Τελευταία η μικρή Ολίβια.
Οι τέσσερις στάθηκαν δίπλα της χαμογελώντας.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή άνοιξε η κεντρική πόρτα του σπιτιού.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα βγήκε κρατώντας ένα ποτήρι κρασί.
Ήταν η μητέρα του Ντάνιελ.
Μόλις αντίκρισε τα τέσσερα παιδιά, το χαμόγελό της εξαφανίστηκε.
Το βλέμμα της καρφώθηκε στα πρόσωπά τους.
Έμεινε ακίνητη.
Το ποτήρι γλίστρησε από τα χέρια της και έσπασε πάνω στις πέτρινες σκάλες.
«Θεέ μου...» ψιθύρισε.
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
Δεν είχε χρειαστεί ούτε ένα δευτερόλεπτο.
Η ομοιότητα με τον γιο της ήταν συγκλονιστική.
Η Ελένη έπιασε απαλά τα χέρια των παιδιών.
«Είστε έτοιμοι;»
Και οι τέσσερις έγνεψαν καταφατικά.
Χωρίς φόβο.
Χωρίς θυμό.
Μόνο με περιέργεια.
Μαζί ανέβηκαν αργά τα σκαλιά.
Κανείς τους δεν μπορούσε να φανταστεί ότι, μόλις άνοιγε εκείνη η πόρτα, μια οικογένεια θα άλλαζε για πάντα.
Συνεχίζεται στο Μέρος 3…

0 comments:
Post a Comment